flapcake
flap
ˈflæp
flāp
cake
keɪk
keik

Ορισμός και σημασία του "flapcake"στα αγγλικά

01

τηγανίτα, κρέπα

a flat cake of thin batter fried on both sides on a griddle 
flapcake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flapcakes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

flapcake

flap

+

cake

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store