Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flank
01
πλευρά, πλευρό
the fleshy part at the side of a human or an animal between the ribs and the hip
02
πλευρά
a lean and flavorful cut of meat located on the underside of an animal, typically used for dishes like fajitas or stir-fries
Παραδείγματα
The chef recommended trying the marinated flank steak.
Ο σεφ συνέστησε να δοκιμάσετε το μαριναρισμένο μπριζόλα πλευράς.
03
πλευρά, πτέρυγα
the side part of a military or naval formation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flanks
Παραδείγματα
The troops moved to protect the flank of the army.
Οι στρατιώτες κινήθηκαν για να προστατεύσουν την πλευρά του στρατού.
04
πλευρά, πλευρό
a subfigure consisting of a side of something
to flank
01
προστατεύω τα πλευρά, βρίσκομαι στα πλευρά
to be positioned at the side or edge of something, typically for protection, support, or observation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
flank
γ΄ ενικό πρόσωπο
flanks
ενεστώτα μετοχή
flanking
απλός αόριστος
flanked
παθητική μετοχή
flanked
Παραδείγματα
The soldiers flanked the convoy to ensure its safe passage through enemy territory.
Οι στρατιώτες πλευροφρούρησαν την πομπή για να διασφαλίσουν την ασφαλή διέλευσή της μέσα από εχθρικό έδαφος.



























