fixed
fixed
fɪkst
φικστ
fired

Ορισμός και σημασία του "fixed"στα αγγλικά

01

σταθερός, ακίνητος

unable to be moved or changed physically 
fixed definition and meaning
Παραδείγματα
The shelf was fixed securely to the wall to prevent it from falling. 

Το ράφι συνδέθηκε σταθερά στον τοίχο για να αποτραπεί η πτώση του.

02

σταθερός, αμετάβλητος

(of a number) having a fixed and unchanging value 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mathematics, value
03

σταθερός, ασφαλής

securely placed or fastened or set 
04

σταθερός, αμετάβλητος

incapable of being changed or moved or undone; e.g 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fixedly
fixedness
unfixed
fixed
fix
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store