fishwife
fish
ˈfɪʃ
fish
wife
waɪf
vaif

Ορισμός και σημασία του "fishwife"στα αγγλικά

01

ψαράς, πωλήτρια ψαριών

someone who sells fish 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
fishwives
αρσενικό ενικό
fishmonger
θηλυκό ενικό
fishwife
neutral form
fish seller
02

μεγαιρα, κουτσομπόλα

a coarse, loud, or abusive woman 
Dialectbritish flagBritish
παρωχημένο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The gossiping fishwife spread rumors about every family on the block. 

Η κουτσομπόλα φιλόνικη γυναίκα εξαπλώθηκε φήμες για κάθε οικογένεια στο τετράγωνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fishwife

fish

+

wife

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store