firsthand
first
ˈfɜ:st
φερστ
hand
ˌhænd
χαινντ

Ορισμός και σημασία του "firsthand"στα αγγλικά

01

άμεσος, απ' τα πρώτα χέρια

directly experienced or obtained without intermediaries 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most firsthand
συγκριτικός βαθμός
more firsthand
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, information, evidence
Παραδείγματα
She gave a firsthand account of the event. 

Έδωσε μια πρώτη πηγή αναφορά του γεγονότος.

01

άμεσα, από πρώτο χέρι

in a manner directly from the original source or from personal experience 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She learned about the incident firsthand from a witness at the scene. 

Έμαθε για το περιστατικό από πρώτο χέρι από έναν μάρτυρα στη σκηνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store