Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fireside
01
τζάκι, εστία
the area or space near a fire, particularly a fireplace, where people gather for warmth, relaxation, and socializing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
firesides
02
εστία, τζάκι
home symbolized as a part of the fireplace



























