finn
finn
fɪn
φιν
spinchinthintwin

Ορισμός και σημασία του "Finn"στα αγγλικά

01

Φινλανδός, Πρόσωπο φινλανδικής καταγωγής

a person from Finland or of Finnish descent 
Finn definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
κύριο
πληθυντικός τύπος
Finns

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store