fink
fink
fɪnk
fink
ginkminklinkwink

Ορισμός και σημασία του "fink"στα αγγλικά

01

πληροφοριοδότης, κατάδότης

a contemptible or treacherous person, especially an informer 
Dialectamerican flagAmerican
fink definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
finks
Παραδείγματα
The mob boss put a hit on the fink who testified against him. 

Ο αρχηγός της μαφίας έβαλε συμβόλαιο στον κατάσκοπο που κατάθεσε εναντίον του.

to fink
01

καταδίδω, μαρτυρώ

confess to a punishable or reprehensible deed, usually under pressure 
to fink definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fink
γ΄ ενικό πρόσωπο
finks
ενεστώτα μετοχή
finking
απλός αόριστος
finked
παθητική μετοχή
finked
02

εργάζομαι ως σπασίκλας απεργίας, εργάζομαι κατά τη διάρκεια απεργίας

take the place of work of someone on strike 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store