to finish off
fi
ˈfɪ
fi
nish
nɪʃ
nish
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "finish off"στα αγγλικά

to finish off
01

ολοκληρώνω, τελειώνω

to complete or finalize something, especially in a successful or satisfying manner 
to finish off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
finish
ενεστώτας
finish off
γ΄ ενικό πρόσωπο
finishes off
ενεστώτα μετοχή
finishing off
απλός αόριστος
finished off
παθητική μετοχή
finished off
Παραδείγματα
The chef used fresh herbs to finish off the dish and make it perfect. 

Ο σεφ χρησιμοποίησε φρέσκα βότανα για να ολοκληρώσει το πιάτο και να το κάνει τέλειο.

02

ολοκληρώνω, τελειώνω

to completely exhaust or defeat someone or something, causing them to give up or fail 
Παραδείγματα
The team's relentless offensive plays helped them finish off their opponents in the final quarter. 

Οι αμείλικτες επιθετικές πιέσεις της ομάδας τους βοήθησαν να τελειώσουν τους αντιπάλους τους στο τελευταίο δεκάλεπτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store