Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to finish off
01
ολοκληρώνω, τελειώνω
to complete or finalize something, especially in a successful or satisfying manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
finish
ενεστώτας
finish off
γ΄ ενικό πρόσωπο
finishes off
ενεστώτα μετοχή
finishing off
απλός αόριστος
finished off
παθητική μετοχή
finished off
Παραδείγματα
The chef used fresh herbs to finish off the dish and make it perfect.
Ο σεφ χρησιμοποίησε φρέσκα βότανα για να ολοκληρώσει το πιάτο και να το κάνει τέλειο.
02
ολοκληρώνω, τελειώνω
to completely exhaust or defeat someone or something, causing them to give up or fail
Παραδείγματα
The team's relentless offensive plays helped them finish off their opponents in the final quarter.
Οι αμείλικτες επιθετικές πιέσεις της ομάδας τους βοήθησαν να τελειώσουν τους αντιπάλους τους στο τελευταίο δεκάλεπτο.



























