Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fingerprinting
01
λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, συλλογή δακτυλικών αποτυπωμάτων
the act of taking a person's fingerprints to identify them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Advances in digital fingerprinting have made identification faster and more accurate in law enforcement.
Οι εξελίξεις στη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων έχουν κάνει την ταυτοποίηση πιο γρήγορη και ακριβή στην επιβολή του νόμου.



























