fingerprinting
fin
ˈfɪn
fin
ger
gə
gē
prin
ˌprɪn
prin
ting
tɪng
ting
fingerpointing

Ορισμός και σημασία του "fingerprinting"στα αγγλικά

Fingerprinting
01

λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων, συλλογή δακτυλικών αποτυπωμάτων

the act of taking a person's fingerprints to identify them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The police did fingerprinting. 

Η αστυνομία πραγματοποίησε τη λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store