fingernail
fin
ˈfɪn
fin
ger
nail
neɪl
neil

Ορισμός και σημασία του "fingernail"στα αγγλικά

01

νύχι

the hard smooth part at the end of each finger 
fingernail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fingernails
Παραδείγματα
She painted her fingernail a bright shade of red. 

Βάφτηκε το νύχι της με μια φωτεινή απόχρωση του κόκκινου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fingernail

finger

+

nail

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store