Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Finery
01
πολυτελή ρούχα, στολίδια
expensive or showy clothes and accessories, especially those worn on special occasions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fineries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
refinery
finery



























