Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
financial
01
οικονομικός, χρηματοοικονομικός
related to money or its management
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She applied for financial aid to help cover tuition costs for college.
Έκανε αίτηση για οικονομική βοήθεια για να βοηθήσει στην κάλυψη των δαπανών για τα δίδακτρα στο κολέγιο.
Λεξικό Δέντρο
financially
nonfinancial
financial
finance



























