Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Final examination
01
τελική εξέταση
a formal, comprehensive test administered at the end of an academic course or term
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
final examinations
Παραδείγματα
His grade on the final examination will make up 40 % of his overall course grade.
Ο βαθμός του στην τελική εξέταση θα αποτελέσει το 40% του συνολικού βαθμού του μαθήματος.



























