final examination
fi
ˈfaɪ
φαι
nal
nəl
ναλ
ex
ɪg
ιγκ
a
ˌzæ
ζαι
mi
μι
na
neɪ
νει
tion
ʃən
σαν

Ορισμός και σημασία του "final examination"στα αγγλικά

Final examination
01

τελική εξέταση

a formal, comprehensive test administered at the end of an academic course or term 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
final examinations
Παραδείγματα
The final examination will cover all chapters discussed throughout the semester. 

Η τελική εξέταση θα καλύψει όλα τα κεφάλαια που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια του εξαμήνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store