Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Film
01
ταινία
a story that we can watch on a screen, like a TV or in a theater, with moving pictures and sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
films
Παραδείγματα
This year 's film festival showcased a diverse range of independent films from both emerging and established filmmakers around the world.
Το φετινό φεστιβάλ κινηματογράφου παρουσίασε μια ποικιλία από ανεξάρτητες ταινίες από αναδυόμενους και καθιερωμένους κινηματογραφιστές από όλο τον κόσμο.
03
ταινία, στρώμα
a thin coating or layer
04
μεμβράνη, ταινία
a thin sheet of (usually plastic and usually transparent) material used to wrap or cover things
to film
01
γυρίζω
to capture or record moving images, typically using a camera or video recording device
Transitive: to film an audiovisual piece
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
film
γ΄ ενικό πρόσωπο
films
ενεστώτα μετοχή
filming
απλός αόριστος
filmed
παθητική μετοχή
filmed
Παραδείγματα
By this time, they have already filmed three episodes of the new series.
Μέχρι αυτή τη στιγμή, έχουν ήδη γυρίσει τρία επεισόδια της νέας σειράς.
02
γυρίζω ταινία, καταγράφω
to create a movie or video recording based on a story, event, or subject
Transitive: to film an event or story
Παραδείγματα
The documentary filmmakers will film interviews with survivors of the disaster.
Οι ντοκιμαντέρ θα κυκλοφορήσουν συνεντεύξεις με επιζώντες της καταστροφής.
Λεξικό Δέντρο
filmable
filmdom
filmy
film



























