Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Film
01
ταινία
a story that we can watch on a screen, like a TV or in a theater, with moving pictures and sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
films
Παραδείγματα
The film we watched last night was a gripping thriller that kept us on the edge of our seats until the very end.
Η ταινία που παρακολουθήσαμε χθες το βράδυ ήταν ένα συναρπαστικό θρίλερ που μας κράτησε στην άκρη της καρέκλας μέχρι το τέλος.
03
ταινία, στρώμα
a thin coating or layer
04
μεμβράνη, ταινία
a thin sheet of (usually plastic and usually transparent) material used to wrap or cover things
to film
01
γυρίζω
to capture or record moving images, typically using a camera or video recording device
Transitive: to film an audiovisual piece
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
film
γ΄ ενικό πρόσωπο
films
ενεστώτα μετοχή
filming
απλός αόριστος
filmed
παθητική μετοχή
filmed
Παραδείγματα
She films short videos for her YouTube channel regularly.
Εκείνη γυρίζει σύντομα βίντεο για το κανάλι της στο YouTube τακτικά.
02
γυρίζω ταινία, καταγράφω
to create a movie or video recording based on a story, event, or subject
Transitive: to film an event or story
Παραδείγματα
The documentary crew films wildlife in their natural habitat.
Η ομάδα του ντοκιμαντέρ γυρίζει άγρια ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
filmable
filmdom
filmy
film



























