filly
fi
ˈfɪ
fi
lly
li
li
follyfullyfitlyfrilly

Ορισμός και σημασία του "filly"στα αγγλικά

01

αλογίνα, νεαρή θηλυκό άλογο

a horse that is female and young, particularly one that is younger than four 
filly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fillies
Παραδείγματα
The filly was full of energy as she galloped around the field. 

Η φοράδα ήταν γεμάτη ενέργεια καθώς έτρεχε γύρω από το χωράφι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store