Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Filly
01
αλογίνα, νεαρή θηλυκό άλογο
a horse that is female and young, particularly one that is younger than four
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fillies
Παραδείγματα
The young filly followed her mother closely, learning from her every move.
Το νεαρό φοραδίτσα ακολουθούσε τη μητέρα της από κοντά, μαθαίνοντας από κάθε της κίνηση.



























