Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Filling
01
γέμιση, στύψιμο
a combination of ingredients used as a filling for pastries, sandwiches, and other food items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fillings
Παραδείγματα
The filling in the pastry was sweet and creamy.
Η γέμιση στο γλυκό ήταν γλυκιά και κρεμώδης.
02
σφράγισμα
a small amount of material used to fill a hole in a tooth
03
γέμισμα, υλικό γεμίσματος
any material that fills a space or container
04
γέμισμα, συμπλήρωση
flow into something (as a container)
05
γεμίσματος, συμπλήρωσης
the act of filling something
06
υφάδι, γέμισμα
the yarn woven across the warp yarn in weaving
filling
01
χορταστικός, θρεπτικός
(of food) making one's stomach feel full
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most filling
συγκριτικός βαθμός
more filling
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
refilling
filling
fill



























