Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
filled
01
γεμάτος, στουμπωμένος
containing as much as possible of something inside
Παραδείγματα
The filled stadium cheered when the team scored.
Το γεμάτο στάδιο ζητωκραύγασε όταν η ομάδα σκόραρε.
02
συμπληρωμένος, ολοκληρωμένος
of purchase orders that have been filled
03
απασχολημένος, γεμάτος
(of time) taken up
Λεξικό Δέντρο
overfilled
unfilled
filled
fill



























