filled
filled
fɪld
fild
filmedfrilled

Ορισμός και σημασία του "filled"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στουμπωμένος

containing as much as possible of something inside 
filled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most filled
συγκριτικός βαθμός
more filled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The filled backpack barely zipped shut. 

Ο γεμάτος σακίδιο μόλις και μετά βίας κλείνει.

02

συμπληρωμένος, ολοκληρωμένος

of purchase orders that have been filled 
03

απασχολημένος, γεμάτος

(of time) taken up 

Λεξικό Δέντρο

overfilled
unfilled
filled
fill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store