fille
fille
fi:l
fil
faille

Ορισμός και σημασία του "fille"στα αγγλικά

01

κορίτσι

a young female 
fille definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
filles
αρσενικό ενικό
garçon
θηλυκό ενικό
fille
neutral form
enfant

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store