fiftieth
fif
ˈfɪf
fif
tieth
tiəθ
tiēth

Ορισμός και σημασία του "fiftieth"στα αγγλικά

01

πεντηκοστός, 50ος

coming or happening right after the forty-ninth person or thing 
Παραδείγματα
She celebrated her fiftieth birthday with a big party. 

Γιόρτασε τα πενηντά της γενέθλια με ένα μεγάλο πάρτι.

01

πεντηκοστός, η πεντηκοστή θέση

position 50 in a countable series of things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fiftieths

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store