Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fiend
01
δαίμονας, κακό πνεύμα
an evil supernatural being
02
δαίμονας, τέρας
a cruel wicked and inhuman person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fiends
03
φανατικός, παράλογος ενθουσιώδης
a person motivated by irrational enthusiasm (as for a cause)
Λεξικό Δέντρο
fiendish
fiend



























