fief
fief
fif
fif
reefliefleafbeef

Ορισμός και σημασία του "fief"στα αγγλικά

01

φέουδο, λατifundio

a feudal estate or land granted by a lord to a vassal in exchange for loyalty and military service 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fiefs
Παραδείγματα
The king bestowed a vast fief upon his loyal knight as a reward for his bravery in battle. 

Ο βασιλιάς παραχώρησε μια τεράστια φεουδαρχική περιουσία στον πιστό του ιππότη ως ανταμοιβή για την ανδρεία του στη μάχη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fiefdom
fief
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store