fibril
fib
ˈfaɪb
faib
ril
rɪl
ril
febrile

Ορισμός και σημασία του "fibril"στα αγγλικά

01

ινίδιο, πολύ λεπτή φυσική ή συνθετική ίνα

a very slender natural or synthetic fiber 
fibril definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fibrils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store