Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fibril
01
ινίδιο, πολύ λεπτή φυσική ή συνθετική ίνα
a very slender natural or synthetic fiber
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fibrils
LanGeek



























