fib
fib
fɪb
fib
gibbibnibjib

Ορισμός και σημασία του "fib"στα αγγλικά

01

μικρό ψέμα, μύθος

a small lie, usually told to avoid minor trouble or embarrassment 
fib definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fibs
Παραδείγματα
She told a little fib about being late because of traffic. 

Είπε ένα μικρό ψέμα για την καθυστέρησή της λόγω της κυκλοφορίας.

to fib
01

ψέματα, λέω αθώα ψέματα

to tell a small or trivial lie that is not meant to cause harm or serious consequences 
Intransitive: to fib | to fib about sth
to fib definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fib
γ΄ ενικό πρόσωπο
fibs
ενεστώτα μετοχή
fibbing
απλός αόριστος
fibbed
παθητική μετοχή
fibbed
Παραδείγματα
She fibbed about her age to seem older to her classmates. 

Ψέματα είπε για την ηλικία της για να φαίνεται μεγαλύτερη στους συμμαθητές της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store