fiat
fiat
fi:æt
fiāt
kyatgyatt

Ορισμός και σημασία του "fiat"στα αγγλικά

01

ένα διάταγμα, μια δικαστική απόφαση

an official and binding order or decision recorded by a court as if issued by a judge 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fiats
Παραδείγματα
The court issued a fiat requiring the company to halt construction immediately. 

Το δικαστήριο εξέδωσε ένα fiat που απαιτεί από την εταιρεία να διακόψει αμέσως την κατασκευή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store