Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fiancee
01
αρραβωνιαστικιά
a woman who is engaged to someone
Παραδείγματα
He looked forward to spending the rest of her life with his fiancée.
Ανυπομονούσε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του με την αρραβωνιαστικιά του.



























