Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feud
01
μαλώνω, βρίσκομαι σε διένεξη
to have a lasting and heated argument with someone
Intransitive: to feud | to feud over sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feud
γ΄ ενικό πρόσωπο
feuds
ενεστώτα μετοχή
feuding
απλός αόριστος
feuded
παθητική μετοχή
feuded
Παραδείγματα
The families continued to feud over a disputed piece of land, passing down the animosity through generations.
Οι οικογένειες συνέχισαν να έχουν έριδες για ένα αμφισβητούμενο κομμάτι γης, περνώντας την εχθρότητα από γενιά σε γενιά.
Feud
01
έριδα, διαμάχη
a heated argument that lasts for a long time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feuds
Παραδείγματα
The celebrities' public feud drew media attention for months.
Η δημόσια έριδα των διασημοτήτων τράβηξε την προσοχή των μέσων ενημέρωσης για μήνες.
Λεξικό Δέντρο
feudatory
feudatory
feuding
feud



























