to feud
Pronunciation
/ˈfjud/

Ορισμός και σημασία του "feud"στα αγγλικά

to feud
01

μαλώνω, βρίσκομαι σε διένεξη

to have a lasting and heated argument with someone
Intransitive: to feud | to feud over sth
to feud definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feud
γ΄ ενικό πρόσωπο
feuds
ενεστώτα μετοχή
feuding
απλός αόριστος
feuded
παθητική μετοχή
feuded
Παραδείγματα
The siblings feuded over their inheritance after the parents passed away.
Τα αδέλφια τσακώθηκαν για την κληρονομιά τους μετά το θάνατο των γονιών.
01

έριδα, διαμάχη

a heated argument that lasts for a long time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feuds
Παραδείγματα
The political feud between the two leaders dominated the news cycle.
Η πολιτική έριδα μεταξύ των δύο ηγετών κυριάρχησε στον ειδησεογραφικό κύκλο.

Λεξικό Δέντρο

feudatory
feudatory
feuding
feud
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store