Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anadiplosis
01
αναδίπλωση, δεσμευτική επανάληψη
a rhetorical device in which a word or phrase at the end of one clause or sentence is repeated at the beginning of the next clause or sentence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anadiploses



























