Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fervid
01
φλογερός, καυτός
intensely heated
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fervid
συγκριτικός βαθμός
more fervid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fervid sun beat down on the desert without mercy.
Ο φλογερός ήλιος χτυπούσε την έρημο ανελέητα.
02
φλογερός, παθιασμένος
characterized by passionate intensity, burning dedication, and deeply felt enthusiasm
Παραδείγματα
Scientists have long held fervid debates on how to address the climate crisis with policies that match the scale of the problem.
Οι επιστήμονες έχουν εδώ και πολύ καιρό φλογερές συζητήσεις σχετικά με το πώς να αντιμετωπίσουν την κλιματική κρίση με πολιτικές που ανταποκρίνονται στην κλίμακα του προβλήματος.
Λεξικό Δέντρο
fervidly
fervidness
fervid
fervency
ferv



























