Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ferret out
01
ξεσκεπάζω, ανακαλύπτω
to actively and persistently search for and uncover a piece of information or a secret
Transitive: to ferret out something hidden or secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
ferret
ενεστώτας
ferret out
γ΄ ενικό πρόσωπο
ferrets out
ενεστώτα μετοχή
ferreting out
απλός αόριστος
ferreted out
παθητική μετοχή
ferreted out
Παραδείγματα
The reporter diligently ferreted out the concealed aspects of the political controversy.
Ο δημοσιογράφος ανακάλυψε επιμελώς τις κρυφές πτυχές της πολιτικής διαμάχης.



























