Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anachronism
01
αναχρονισμός, χρονική ασυμφωνία
an object from one time period appearing in another where it does not belong
Παραδείγματα
The painting included an anachronism: a modern skyscraper in ancient Athens.
Ο πίνακας περιελάμβανε ένα αναχρονισμό : έναν μοντέρνο ουρανοξύστη στην αρχαία Αθήνα.
02
αναχρονισμός, χρονολογικό λάθος
something occurring at a time when it could not have existed or happened
Παραδείγματα
The character 's knowledge of future events created deliberate anachronisms.
Η γνώση των μελλοντικών γεγονότων του χαρακτήρα δημιούργησε σκόπιμους αναχρονισμούς.
03
ένας αναχρονισμός, ένα απομεινάρι του παρελθόντος
someone whose behavior, beliefs, or style feels more suited to a different era
Παραδείγματα
His chivalrous manners seemed like an anachronism in today's dating scene.
Οι ιπποτικές του τρόποι φαίνονταν αναχρονισμός στη σημερινή σκηνή ραντεβού.
Λεξικό Δέντρο
anachronism
anachron
Συναφή Λέξεις



























