to fend
Pronunciation
/ˈfɛnd/

Ορισμός και σημασία του "fend"στα αγγλικά

to fend
01

αντέχω, αντιστέκομαι

withstand the force of something
to fend definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fend
γ΄ ενικό πρόσωπο
fends
ενεστώτα μετοχή
fending
απλός αόριστος
fended
παθητική μετοχή
fended
02

τα βγάζω πέρα, προσπαθώ να τα βγάλω πέρα χωρίς βοήθεια

try to manage without help
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store