Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Femoral artery
01
μηριαία αρτηρία, αρτηρία του μηρού
a major blood vessel that carries oxygenated blood from the heart to the lower limb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
femoral arteries
LanGeek



























