feminist
Pronunciation
/ˈfɛmənɪst/

Ορισμός και σημασία του "feminist"στα αγγλικά

01

φεμινιστής, φεμινίστρια

a person who supports or advocates for the social, political, and economic equality of the sexes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feminists
Παραδείγματα
Feminists have played a key role in advancing education for girls.
Οι φεμινίστριες έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην προώθηση της εκπαίδευσης για τα κορίτσια.
01

φεμινιστικός

supporting the principles of feminism, which aim to achieve equality between the sexes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The feminist approach to education emphasizes promoting girls' confidence and agency.
Η φεμινιστική προσέγγιση στην εκπαίδευση τονίζει την προώθηση της αυτοπεποίθησης και της δράσης των κοριτσιών.

Λεξικό Δέντρο

antifeminist
feminist
feminine
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store