Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
ένα πτυχίο συνεργάτη στην νοσηλευτική, ένα πτυχίο associate στην νοσηλευτική
an associate degree in nursing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ANs
01
ένας, μία
used before a singular noun that starts with a vowel sound, when we are not talking about a specific person or thing



























