feline
fe
ˈfi:
fi
line
laɪn
lain
ferine

Ορισμός και σημασία του "feline"στα αγγλικά

01

αιλουροειδές, γάτα

any animal in the cat family 
feline definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
felines
Παραδείγματα
The feline stretched lazily in the sunbeam coming through the window. 

Ο αιλουροειδής τεντώθηκε τεμπέλικα στην αχτίδα του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο.

01

αιλουροειδής, γατοειδής

belonging or relating to a mammal of the cat family 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store