Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feel for
01
συμπονώ, νιώθω συμπάθεια για
to sympathize with someone's emotions or situation
Transitive: to feel for sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel for
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels for
ενεστώτα μετοχή
feeling for
απλός αόριστος
felt for
παθητική μετοχή
felt for
Παραδείγματα
As a parent, I can't help but feel for my child when they face challenges.
Ως γονέας, δεν μπορώ παρά να συμπάσχω με το παιδί μου όταν αντιμετωπίζει προκλήσεις.



























