to feel for
feel
fi:l
fil
for
fɔ:
faw

Ορισμός και σημασία του "feel for"στα αγγλικά

to feel for
01

συμπονώ, νιώθω συμπάθεια για

to sympathize with someone's emotions or situation 
Transitive: to feel for sb
to feel for definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel for
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels for
ενεστώτα μετοχή
feeling for
απλός αόριστος
felt for
παθητική μετοχή
felt for
Παραδείγματα
As a parent, I can't help but feel for my child when they face challenges. 

Ως γονέας, δεν μπορώ παρά να συμπάσχω με το παιδί μου όταν αντιμετωπίζει προκλήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store