Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to feel for
[phrase form: feel]
01
συμπονώ, νιώθω συμπάθεια για
to sympathize with someone's emotions or situation
Transitive: to feel for sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
feel
ενεστώτας
feel for
γ΄ ενικό πρόσωπο
feels for
ενεστώτα μετοχή
feeling for
απλός αόριστος
felt for
παθητική μετοχή
felt for
Παραδείγματα
The movie 's emotional scenes make it easy for the audience to feel for the characters and their struggles.
Οι συναισθηματικές σκηνές της ταινίας κάνουν εύκολο για το κοινό να συμπάσχει με τους χαρακτήρες και τους αγώνες τους.



























