feeder
fee
ˈfi:
fi
der
fenderfeeler

Ορισμός και σημασία του "feeder"στα αγγλικά

01

ζώο παχυντικής διατροφής, ζώο κατάλληλο για παχυντική διατροφή

an animal being fattened or suitable for fattening 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
feeders
02

ταΐστρα, τροφοδότης

an animal that feeds on a particular source of food 
03

τροφοδότης, αυτόματος τροφοδότης

a machine that automatically provides a supply of some material 
04

ταΐστρα, συσκευή τροφοδοσίας για τα άγρια πτηνά

an outdoor device that supplies food for wild birds 
05

παραπόταμος, κανάλι τροφοδοσίας

a smaller channel or stream that flows into a larger body of water, particularly used in reference to canals or water distribution systems 
Παραδείγματα
The feeder supplied water to the main irrigation system. 

Ο τροφοδότης παρείχε νερό στο κύριο σύστημα άρδευσης.

06

τρώγων, καταναλωτής

someone who consumes food for nourishment 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

feeder
feed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store