Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feckless
01
ανεπιτυχής, αποφασιστικός
of no determination, competence, or strength
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most feckless
συγκριτικός βαθμός
more feckless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His feckless attitude towards his responsibilities was evident in his lack of follow-through.
Η ανεύθυνη στάση του απέναντι στις ευθύνες του ήταν εμφανής στην έλλειψη παρακολούθησης.
02
ανεύθυνος, ανίκανος
(of a person) lacking a proper sense of responsibility
Λεξικό Δέντρο
fecklessly
fecklessness
feckless



























