Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Feather
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feathers
Παραδείγματα
The ancient Egyptians used feathers as quills to write on papyrus scrolls.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν φτερά ως καλάμια για να γράφουν σε πάπυρους.
02
feather, feather
the position of an oar between strokes in which the blade is turned parallel to the water to reduce air resistance
Παραδείγματα
The coach corrected their feather during practice.
Ο προπονητής διόρθωσε το feathering τους κατά την προπόνηση.
to feather
01
ενώνω με γλώσσα και αυλάκι, εφαρμόζω
join tongue and groove, in carpentry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feather
γ΄ ενικό πρόσωπο
feathers
ενεστώτα μετοχή
feathering
απλός αόριστος
feathered
παθητική μετοχή
feathered
02
φτερώνω, καλύπτομαι με φτερά
grow feathers
03
περιστρέφω το κουπί, γυρίζω το κουπί
turn the oar, while rowing
04
κωπηλατώ, κάνω κωπηλασία
turn the paddle; in canoeing
05
φτερώνομαι, καλύπτω με φτερά
cover or fit with feathers
Λεξικό Δέντρο
featherless
featherlike
feathery
feather



























