feather
fea
ˈfɛ
fe
ther
ðə
dhē
father

Ορισμός και σημασία του "feather"στα αγγλικά

01

φτερό, πούπουλο

any of the light and soft parts covering the body of a bird 
feather definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feathers
Παραδείγματα
The ancient Egyptians used feathers as quills to write on papyrus scrolls. 

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν φτερά ως καλάμια για να γράφουν σε πάπυρους.

02

feather, feather

the position of an oar between strokes in which the blade is turned parallel to the water to reduce air resistance 
Παραδείγματα
The coach corrected their feather during practice. 

Ο προπονητής διόρθωσε το feathering τους κατά την προπόνηση.

to feather
01

ενώνω με γλώσσα και αυλάκι, εφαρμόζω

join tongue and groove, in carpentry 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
feather
γ΄ ενικό πρόσωπο
feathers
ενεστώτα μετοχή
feathering
απλός αόριστος
feathered
παθητική μετοχή
feathered
02

φτερώνω, καλύπτομαι με φτερά

grow feathers 
03

περιστρέφω το κουπί, γυρίζω το κουπί

turn the oar, while rowing 
04

κωπηλατώ, κάνω κωπηλασία

turn the paddle; in canoeing 
05

φτερώνομαι, καλύπτω με φτερά

cover or fit with feathers 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store