Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fazed
01
σαστισμένος, ταραγμένος
caused to show discomposure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fazed
συγκριτικός βαθμός
more fazed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, behavior
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
fazed
faze



























