Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fax
01
φαξ, συσκευή φαξ
a device that can send and receive documents in electronic form using a telephone line and then print them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
faxes
Παραδείγματα
The fax machine at the doctor's office hummed quietly as it transmitted medical records.
Το φαξ στο γραφείο του γιατρού βουΐζε ήσυχα καθώς μετέδιδε ιατρικά αρχεία.
to fax
01
στέλνω φαξ, φαξ
to send a document by electronic scanning, using a fax machine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fax
γ΄ ενικό πρόσωπο
faxes
ενεστώτα μετοχή
faxing
απλός αόριστος
faxed
παθητική μετοχή
faxed
Παραδείγματα
They faxed the itinerary to the hotel to confirm the reservation details.
Έστειλαν με φαξ το διαδρομολόγιο στο ξενοδοχείο για να επιβεβαιώσουν τις λεπτομέρειες της κράτησης.



























