fat cat
fat
fæt
fāt
cat
kæt
kāt

Ορισμός και σημασία του "fat cat"στα αγγλικά

01

πλούσιος με επιρροή, πολύ πλούσιος και ισχυρός άνθρωπος

someone who is very rich or influential, particularly a politician or business owner 
fat cat definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fat cats
Παραδείγματα
The fat cat donated a huge sum to the campaign. 

Ο πλούσιος με επιρροή δώρισε ένα τεράστιο ποσό στην εκστρατεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store