fat cat
Pronunciation
/fˈæt kˈæt/

Ορισμός και σημασία του "fat cat"στα αγγλικά

01

πλούσιος με επιρροή, πολύ πλούσιος και ισχυρός άνθρωπος

someone who is very rich or influential, particularly a politician or business owner
fat cat definition and meaning
disapproving
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fat cats
Παραδείγματα
The politician is often accused of being a fat cat, using his wealth and connections to gain power and influence.
Οι πλούσιοι με επιρροή συζητούσαν για φορολογικές αλλαγές πίσω από κλειστές πόρτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store