able-bodied
a
ei
ble
bəl
bēl
bo
bo
died
dɪd
did

Ορισμός και σημασία του "able-bodied"στα αγγλικά

able-bodied
01

σωματικά υγιής, δυνατός

physically healthy and strong 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most able-bodied
συγκριτικός βαθμός
more able-bodied
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store