able-bodied
Pronunciation
/ˈeɪbəɫˈbɑdid/

Ορισμός και σημασία του "able-bodied"στα αγγλικά

able-bodied
01

σωματικά υγιής, δυνατός

physically healthy and strong
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most able-bodied
συγκριτικός βαθμός
more able-bodied
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store