ampulla
am
ˈæm
αιμ
pu
που
lla
λα
/ˈæmpʊlɐ/
ampullae

Ορισμός και σημασία του "ampulla"στα αγγλικά

01

αμπούλα, η διευρυμένη περιοχή μέσα στους ημικυκλικούς κανάλια του εσωτερικού αυτιού

the expanded region within the semicircular canals of the inner ear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ampullae
02

αμπούλα, φιαλίδιο με δύο χειρολαβές

a flask that has two handles; used by Romans for wines or oils
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store