Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fashion
01
μόδα
the styles and trends of clothing, accessories, makeup, and other items that are popular in a certain time and place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fashions
Παραδείγματα
Fashion trends can vary greatly depending on the region and culture.
Οι τάσεις μόδας μπορεί να ποικίλουν σημαντικά ανάλογα με την περιοχή και τον πολιτισμό.
Παραδείγματα
The committee handled the complaint in a professional fashion.
Η επιτροπή χειρίστηκε την καταγγελία με επαγγελματικό τρόπο.
03
μόδα, συνήθεια
characteristic or habitual practice
04
μόδα, μοδά ρούχα
consumer goods (especially clothing) in the current mode
05
μόδα, βιομηχανία μόδας
the industry or business involved in designing, making, and selling clothes, accessories, and related products
Παραδείγματα
The fashion world is always looking for new trends.
Ο κόσμος της μόδας αναζητά πάντα νέες τάσεις.
to fashion
01
κατασκευάζω, δημιουργώ
to create or make something by putting different parts or materials together
Transitive: to fashion sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fashion
γ΄ ενικό πρόσωπο
fashions
ενεστώτα μετοχή
fashioning
απλός αόριστος
fashioned
παθητική μετοχή
fashioned
Παραδείγματα
Artisans fashion intricate jewelry by combining various metals and gemstones.
Οι τεχνίτες δημιουργούν περίπλοκα κοσμήματα συνδυάζοντας διάφορα μέταλλα και πολύτιμους λίθους.
Λεξικό Δέντρο
fashionable
fashion
fash



























