Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
farseeing
01
οξυδερκής, μακροβλεπτικός
able to see far into the distance, often suggesting a keen or sharp vision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most farseeing
συγκριτικός βαθμός
more farseeing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
vision, perception, ability
Παραδείγματα
The farseeing eagle spotted its prey from high above.
Ο οξυδερκής αετός είδε το θήραμά του από ψηλά.
02
μακροπρόθεσμος, προνοητικός
planning prudently for the future
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
farseeing
far
seeing



























