farrow
far
fɑr
φαρ
row
roʊ
ρου
/fˈæɹə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "farrow"στα αγγλικά

01

τοκετός γουρουνιών, μια γέννα γουρουνιών

the act of giving birth to piglets
to farrow
01

γεννώ (μια νεογνά γουρουνάκια), γεννάω (μια νεογνά γουρουνάκια)

to give birth to a litter of piglets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store