Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Farrow
01
τοκετός γουρουνιών, μια γέννα γουρουνιών
the act of giving birth to piglets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
to farrow
01
γεννώ (μια νεογνά γουρουνάκια), γεννάω (μια νεογνά γουρουνάκια)
to give birth to a litter of piglets
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
farrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
farrows
ενεστώτα μετοχή
farrowing
απλός αόριστος
farrowed
παθητική μετοχή
farrowed



























